Ἕνα Σαββατοκύριακο μέσα στίς ἀρρώστιες, καί ὅμως…

2 Φεβρουαρίου, 2025

Σάββατο, νύκτα, ἔτρεμα σάν τό ψάρι, μέ ὑψηλό πυρετό, τάση πρός ἐμετό καί ἐλαφρές διάρροιες, καί τό πρωί τῆς Κυριακῆς, μόνος νά λειτουργῶ, ἀνήμερα τῆς Ὑπαπαντῆς στήν δεύτερη Θεία Λειτουργία, στόν ναό μας. Καί ὅλα πῆγαν κατ’ εὐχήν.

Μέ καθεστώς γαστρεντερίτιδας λοιπόν, τήν ἑπόμενη κιόλας ἡμέρα, ὅταν ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί μέ ἀσταμάτητη βροχή, σταμάτησε καί ἡ ρινική καταρροή πού μέ ταλάνιζε ἀπό τό πρωί. Καί ἤμουν μέσα στήν καταιγίδα για να κοινωνήσω ἕναν ἄρρωστο ἀπὸ τὸ 401 στὸ ΡΕΑ, τὰ γνωστὰ νοσοκομεῖα. Ἀπὸ τὰ βόρεια, στὰ νότια τῆς Ἀττικῆς, σὲ ἀντίθετες κατευθύνσεις, ἐξαιτίας ἑνός ἀσαφοῦς μηνύματος ποὺ μοῦ ἔστειλε συγγενής τοῦ ἀσθενοῦς. Ἐννοοῦσε 401 δωμάτιο στὸ ΡΕΑ καὶ ἐγὼ βρέθηκα στὸ 401 Νοσοκομεῖο Στρατοῦ. Ἀλλὰ συνηθισμένο τὸ «βουνὸ ἀπ’ τὰ χιόνια», ἀγόγγυστα ἀλλάξαμε πορεία.

Μέσα στίς πολλαπλές ἀντιθετικότητες, ἀποκτᾶς τήν ἁγία ταπείνωση, ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος. Ἄν ὁ δρόμος εἶναι στρωμένος ὅπως θέλεις, δέν θά θέλεις τήν Ἰθάκη σου. Ἄν τά πράγματα κυλοῦν ὅπως τά πᾶς, δέν θά πᾶς στήν ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ νά κουρνιάσεις. Ὅταν χάνεις τόν δρόμο μέ μεγαλύτερη ἀγωνία, ζητᾶς νά φτάσεις στήν προοπτική. Ἄν τά γεγονότα ἔρχονται ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι τά φαντάζεσαι, καί βγαίνουν πρός ὄφελός σου, ἀρχίζεις νά ἐμπιστεύεσαι περισσότερο τόν Θεό καί λιγότερο τόν ἑαυτό σου. Οἱ ἐναλλαγές τῶν ἀντιθέτων μᾶς ξεριζώνουν ἀπό τίς γήινες προσκολλήσεις καί μᾶς κάνουν νά προσκολλώμεθα στόν Θεό.

μυθική Πηνελόπη ἀδιαφορεῖ γιά τά πράγματα, γιά νά διατηρεῖ τόν πόθο στόν Ὀδυσσέα της. Ἡ σπουδή της δέν εἶναι νά φτιάχνει ὑφαντά −οὔτε ἕνα δέν τελειώνει τόσα χρόνια− ἀλλά νά διατηρεῖ ἄοκνο τόν πόθο στόν Κύριό της. Μέσα στήν σύχρονη μανία μας, νά αὐξάνουμε τά ὑλικά ἀγαθά μας, δυστυχῶς χάσαμε τήν ἀγάπη στόν Κύριό μας. Τελείως αντιομηρική καί ἀντιευαγγελική ἡ ἐποχή μας. Καί ἔτσι στά πιό ἀσφαλή μέρη τῆς γῆς, ἔχουμε δυνατές ἀνασφάλειες μέσα ἀπό θεομηνίες, φωτιές καί σεισμούς. Καί  στά πανέμορφα μέρη τοῦ Λός Ἄντζελες ἔγιναν στάχτες χιλιάδες σπίτια μεγιστάνων. Καί  μές στοῦ Αἰγαίου τά νερά, ἀντί νά φτερουγίζουν οἱ ἄγγελοι, ὅπως λέει τό γνωστό τραγούδι, φτερουγίζουν τουρίστες πάσης φύσεως καί φύλου ἀκαθορίστου καί ποιότητας. Καί σείεται ἡ Σαντορίνη καί τά ξυπνητήρια τοῦ Θεοῦ ταρακουνοῦν γιά νά ἀφυπνιστοῦμε. Ὅταν ὅμως δέν ξυπνᾶς μέ αὐτήν τήν ἔνταση τῶν ἤχων, οἱ κραδασμοί τῶν ρολογιῶν θά δυναμώνουν…

Χριστέ μου, πόσο ἀνεκτικός καί μακρόθυμος καί ὑπομονετικός εἶσαι μέ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, τούς χριστιανούς; Πῶς, Χριστέ μου, γίνεται νά ὑπάρχουν πάνω στήν γῆ ἀνθρωπιστές ἄθεοι καί εἰδωλολάτρες χριστιανοί πού διατείνονται ὅτι μετέχουν στά τῆς Ἐκκλησίας; Αὐτοί οἱ τελευταῖαι εἶναι τό μεγάλο σκάνδαλο, πού καί αὐτοί δέν εἰσέρχονται στήν Βασιλεία Σου καί ἄλλους ἐμποδίζουν στήν εἴσοδό τους σέ Αὐτή.

Αὐτούς ὡς ὐποκριτές ἤλεγξες στήν ἐποχή σου, Χριστέ μου, μέ τά περίφημα «Οὐαί» Σου, ὅταν τά ἐξαπέλυες στούς καθώς πρέπει θρησκευτικούς τύπους, στούς γραμματεῖς καί Φαρισαίους καί ἀρχιερεῖς. Ἡ λατρεία στήν κτίση. Τά ἐνδιάμεσα πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Κτίστη. Τά ἐνδιάμεσα τοῦ χωροχρόνου, τῶν εἰκόνων καί τῶν ἰδεῶν πού καταργοῦνται ὅταν αὐξάνει ἡ λαχτάρα γιά τόν Ἄκτιστο ποθούμενο Κύριό μας.

Μιά μάνα πού πονᾶ γιά τό παιδί της καί ὁρμᾶ στόν κίνδυνο γιά νά τό σώσει. Ἀπό αὐτήν διαγράφονται ἀπό τήν μνήμη της ὅλα τά ἄλλα. Δέν μεσολοβεῖ τίποτα σέ αὐτήν τήν ὁρμητική πορεία της γιά νά δεῖ τό παιδί της. Νά πέσει στήν ἀγκαλιά του καί ἄς πεθάνει. Ἔτσι βιώνουν οἱ ἅγιοι τήν κοινωνία τους μέ τόν Χριστό. Ὡς κατάργηση  ὅλων τῶν ἐνδιάμεσων. Καί σέ στιγμές χαλαρώσεως τῆς ἔνθεης κοινωνίας τους, βλέπουν γύρω ἀπό τόν Κύριο ὅλη τήν δημιουργία Του, ἔμψυχη καί ἄψυχη. Καί ποθοῦν τά πάντα καί οἱ πάντες νά ζήσουν ἐν Θεῷ μέσα στό ἄκτιστο φῶς Του. Καί αὐξάνει ἡ χαρά τους, ὅταν κάθε πλάσμα του περιλούεται ἀπό αὐτή τήν μεγαλειώδη φωτοχυσία τῆς χάριτός Του.